Θεμελιώδες /θɛmɛliˈoðis/ Εθεμελιώδης

English
fundamental
Bahasa Indonesia
mendasar

Example

  • Οι θεμελιώδεις αρχές της επιστημονικής μεθόδου (βασικές / ουσιαστικές / αρχικές) είναι το Α και το Ω.
  • The fundamental principles of the scientific method.
  • Εδώ το 'θεμελιώδης' δίνει βαρύτητα στην αναλλοίωτη βάση.