Άγχος /ˈaŋxos/ Noun
- English
- anxiety
- Bahasa Indonesia
- kecemasan
Example
- Ένιωσε ένα βαθύ κύμα **αγωνίας** (Η αγωνία / Η νευρικότητα / Το στρες) πριν τη συνέντευξη.
- She felt a deep sense of anxiety before the interview.
- Η 'αγωνία' δίνει έμφαση στην αναμονή του αποτελέσματος.