Κλάδος /ˈklaðos/ Noun
- English
- sector
- Bahasa Indonesia
- sektor
Example
- Ο χρηματοοικονομικός [τομέας] (κλάδος / τμήμα / πεδίο) περνάει ραγδαίες αλλαγές.
- The financial sector is undergoing rapid changes.
- Το 'τομέας' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.