τουαλέτα /tualéˈta/ Noun

English
toilet
Bahasa Indonesia
kamar kecil

Example

  • Η τουαλέτα [τουαλέτα / λεκάνη / κάθαρση] είναι βουλωμένη και χρειάζεται την βεντούζα.
  • The toilet is clogged and needs a plunger.
  • Η 'βεντούζα' είναι η κοινή λέξη για το έμβολο.