τραγουδιστής /tɾa.ɣu.ðiˈstis/ NounEnglishsingerBahasa IndonesiapenyanyiExampleΕίναι μια υπέροχη [τραγουδίστρια / ερμηνεύτρια / φωνή]!She's a wonderful singer.Το 'τραγουδίστρια' είναι το θηλυκό, πιο συνηθισμένο.