τροποποίηση /tɾopoˈiisi/ Noun

English
modification
Bahasa Indonesia
modifikasi

Example

  • Χρειάζεται σημαντική **τροποποίηση** (μεταρρύθμιση / αναμόρφωση / αναδιάρθρωση) του υπάρχοντος συστήματος.
  • Considerable modification of the existing system is needed.
  • Εδώ η 'τροποποίηση' είναι η επίσημη, δομική αλλαγή.