Τροποποιώ /tro.po.i.ˈo/ Verb

English
alter
Bahasa Indonesia
menyesuaikan

Example

  • Ο ράφτης θα [τροποποιήσω] το φόρεμα για να σου ταιριάζει καλύτερα.
  • The tailor will alter the dress to fit you better.
  • Το 'τροποποιώ' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή για φυσική προσαρμογή.