τζόγος /ˈd͡ʒoɣos/ Noun
- English
- gambling
- Bahasa Indonesia
- perjudian
Example
- Ο διαδικτυακός τζόγος (τζόγος / στοίχημα / ρίσκο) έχει γίνει μια τεράστια βιομηχανία.
- Online gambling has become a major industry.
- Το 'τζόγος' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη.