Βαθμός /vaθˈmos/ Noun

English
grade
Bahasa Indonesia
nilai

Example

  • Πήρε άριστο [βαθμός] στην εργασία της Ιστορίας.
  • She received an excellent grade on her history paper.
  • Ο 'βαθμός' είναι η πιο άμεση αντιστοιχία για την τελική βαθμολογία.