Βουνό /voˈno/ Noun
- English
- mountain
- Bahasa Indonesia
- gunung
Example
- Τα βουνά της Πίνδου είναι μαγευτικά την άνοιξη. [Ορεινός όγκος / Τεράστιος όγκος / Απέραντο τοπίο]
- The mountains of Andalusia are stunning in spring.
- Η Πίνδος είναι ιστορική οροσειρά.