υπόθεση /iˈpoθesi/ Noun

English
hypothesis
Bahasa Indonesia
dugaan

Example

  • Οι ερευνητές διατύπωσαν μια **υπόθεση** για να εξηγήσουν τα ασυνήθιστα κλιματικά μοτίβα.
  • The researchers formulated a hypothesis to explain the unusual climate patterns.
  • Εδώ η 'υπόθεση' είναι η βάση της επιστημονικής μεθόδου.