Ζώνη /ˈzo.ni/ Noun
- English
- zone
- Bahasa Indonesia
- zona
Example
- Η πόλη καθιέρωσε μια νέα πεζοδρομημένη ζώνη. (Οριοθέτηση / Περιορισμός / Χώρος)
- The city established a new pedestrian-only zone.
- Το «καθιέρωσε» (perfective) δείχνει την ολοκληρωμένη πράξη της οριοθέτησης.