γοητευτικός /ʝo.i.tef.tiˈkos/ Ελκυστικός
- English
- charming
- Bahasa Indonesia
- memesona
Example
- Το σπιτάκι είναι μικρό, αλλά είναι τόσο **γοητευτικό**.
- The cottage is tiny, but it's charming.
- Εδώ το 'γοητευτικό' δίνει μια αίσθηση παλιάς, ζεστής ομορφιάς.