άδεια /ˈaði.a/ Άδεια

English
permit
Italiano
permesso

Example

  • Χρειάζεσαι οικοδομική [άδεια] (οικοδομική άδεια / άδεια δόμησης / έγκριση) για να ανακαινίσεις την κουζίνα σου.
  • You need a building permit to renovate your kitchen.
  • Η 'οικοδομική άδεια' είναι ο μαγνητικός όρος.