Άδεια /ˈa.ðia/ Verb
- English
- license
- Italiano
- licenza
Example
- Το κράτος θα **αδειοδοτήσει** (χορηγώ άδεια / επιτρέπω νομικά / δίνω το πράσινο φως) το νέο φάρμακο για τη δημόσια χρήση.
- The state will license the new drug for public use.
- Εδώ τονίζεται η επίσημη κρατική έγκριση.