πληθώρα /pliˈθora/ Noun

English
abundance
Italiano
abbondanza

Example

  • Η περιοχή έχει **αφθονία** φυσικού αερίου. (Πληθώρα / Περισσεύει / Υπεραφθονία) — της φύσης
  • The region has an abundance of natural gas.
  • Συνδέεται με φυσικούς πόρους ή υλικά αγαθά.