αγκώνας /aŋˈko̞nas/ Noun

English
elbow
Italiano
gomito

Example

  • Τον κτύπησε με τον [αγκώνα] της. (Σπρώξιμο / Σπρώξιμο / Σπρώξιμο)
  • She jabbed him with her elbow.
  • Στην Ελλάδα, το 'σπρώξιμο με τον αγκώνα' είναι κλασική κίνηση σε συνωστισμό.