ακαδημαϊκός /akaðimiˈkos/ Adjective
- English
- academic
- Italiano
- accademico
Example
- Έχει ισχυρό [ακαδημαϊκό υπόβαθρο] (ερευνητικό/θεωρητικό) — σαν να έχει 'Netflix' γνώσης.
- She has a strong academic background.
- Υποδηλώνει βάθος σπουδών, όχι απλά εμπειρία.