Ακατέργαστο /akaˈtɛrɣasto/ Adjective

English
raw
Italiano
grezzo

Example

  • Η συνταγή απαιτεί [ακατέργαστα] αυγά.
  • The recipe calls for raw eggs.
  • Το 'ακατέργαστο' εδώ τονίζει την έλλειψη θερμικής επεξεργασίας.