Αξιόπιστος /aksiˈpopistos/ Adjective
- English
- credible
- Italiano
- attendibile
Example
- Η αστυνομία βρήκε τον ισχυρισμό του [αξιόπιστος/πιστευτός/έγκυρος] — η μαρτυρία του κράτησε.
- The police found his alibi to be credible.
- Στην αστυνομική ορολογία, το 'έγκυρος' είναι πιο συχνό.