αλάτι /aˈlati/ Noun

English
salt
Italiano
sale

Example

  • Πέρασε μου το [αλί] — θέλω λίγο ακόμα.
  • Pass the salt, please.
  • Το 'αλί' είναι η πιο συνηθισμένη προφορική συντομία.