Αλήθεια /aˈliθja/ Noun

English
truth
Italiano
verità

Example

  • Λες την [αλήθεια] (Ειλικρίνεια / Γνήσια / Ωμή) — Μου λες την αλήθεια;
  • Do you think she's telling the truth?
  • Το «λέω την αλήθεια» είναι η πιο βασική έκφραση.