Αμφιβολία /amfiˈvolia/ Noun

English
doubt
Italiano
dubbio

Example

  • Μια αίσθηση [αμφιβολία] (αβεβαιότητα / δισταγμός) παρέμενε.
  • A feeling of doubt and uncertainty lingered.
  • Το «παρέμενε» δίνει μια ζεστή, αφηγηματική χροιά.