αναγνώστης [ɐnɑˈɣnɔstis] Noun

English
reader
Italiano
lettore

Example

  • Η Μαρία είναι φανατική [αναγνώστρια / αναγνώστρια / αναγνώστρια] των βιβλίων επιστημονικής φαντασίας.
  • She is an avid reader of science fiction.
  • Το θηλυκό κλίνεται κανονικά.