Ανάγκη /aˈnaŋɡi/ Noun

English
necessity
Italiano
necessità

Example

  • Το καθαρό νερό είναι βασική [αναγκαιότητα] για όλες τις κοινότητες.
  • Clean water is a basic necessity for all communities.
  • Εδώ τονίζεται η θεμελιώδης φύση της ανάγκης.