Ανακάλυψη /anaˈkalispi/ Noun

English
discovery
Italiano
scoperta

Example

  • Οι ερευνητές σε αυτόν τον τομέα έκαναν μερικές σημαντικές νέες **ανακαλύψεις** (εύρεση / ανεύρεση / φώτιση).
  • Researchers in this field have made some important new discoveries.
  • Η 'ανακάλυψη' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.