Προκαλώ /prokaˈlo/ VerbEnglishevokeItalianoevocareExampleΗ μουσική αυτή [ανακαλεί] (μνήμες / αναμνήσεις / συναισθήματα) της νιότης της.The music evoked memories of her youth.Το 'ανακαλώ' είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή εδώ.