Ανακουφίστηκα /ana.ku.fiˈsti.ka/ Επίθετο
- English
- relieved
- Italiano
- sollevato
Example
- Η φωνή της ακούστηκε ανακουφισμένη όταν της είπα τα νέα. [Ανακούφιση / Ηρεμία / Χαρά]
- She sounded relieved when I told her the news.
- Το 'ανακουφισμένος' είναι η πιο άμεση και ζεστή μετάφραση.