ανακυκλώνω /ana.tsi.kló.no/ Verb

English
recycle
Italiano
riciclare

Example

  • Πρέπει να [ανακυκλώνω] όλα τα γυάλινα και πλαστικά μας.
  • We recycle all our glass and plastic.
  • Η λέξη είναι πλέον καθημερινή λόγω της περιβαλλοντικής συνείδησης.