Αναπηδώ / Ανακάμπτω /ɐnɐˈpiðo/ Verb

English
bounce
Italiano
rimbalzare / ripresa

Example

  • Η μπάλα [αναπηδά] δύο φορές πριν την πιάσει. (Ποιητική: Τινάζεται)
  • The ball bounced twice before he caught it.
  • Το «αναπηδώ» είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.