Ανάπτυξη /anaˈptiksi/ Noun
- English
- growth
- Italiano
- crescita
Example
- Η ραγδαία ανάπτυξη της πόλης έχει προκαλέσει κυκλοφοριακά προβλήματα. [Η ραγδαία αύξηση / Η ταχεία πρόοδος / Η μεγάλη εξέλιξη] — της πόλης έχει προκαλέσει κυκλοφοριακά προβλήματα.
- The rapid growth of the city has caused traffic issues.
- Εδώ η 'ανάπτυξη' αφορά την επέκταση και την αύξηση του μεγέθους.