ανατολικός /ana.to.liˈkos/ Adjective
- English
- eastern
- Italiano
- orientale
Example
- Η [ανατολικός / ανατολική / ανατολικό] ακτή της Ισπανίας φημίζεται για τις παραλίες της.
- The eastern coast of Spain is famous for its beaches.
- Το 'ανατολικός' κλίνεται ανάλογα με το γένος του ουσιαστικού (ακτή - θηλυκό).