αναβάλλω /anavállo/ Verb
- English
- postpone
- Italiano
- posticipare
Example
- Ο αγώνας ήδη [αναβλήθηκε] (αναβάλλω/αναβλήθηκε/αναβλήθηκε) τρεις φορές.
- The game has already been postponed three times.
- Το 'αναβλήθηκε' είναι ο Αόριστος, η πιο συχνή χρήση για ολοκληρωμένη πράξη.