Ανέχoμαι /aˈneçome/ Verb

English
tolerate
Italiano
tollerare

Example

  • Δεν μπορώ να [ανέχομαι] (αντέχω / υπομένω / βαστάζω) αυτή τη φασαρία άλλο!
  • I cannot tolerate this noise anymore.
  • Το «ανέχομαι» εδώ τονίζει την ψυχολογική εξάντληση.