ζώο /ˈzo.o/ Noun

English
animal
Italiano
animale

Example

  • Το δάσος είναι το σπίτι για πολλά άγρια ζώα.
  • The forest is home to many wild animals.
  • Η φράση τονίζει τη σύνδεση της φύσης με την επιβίωση.