Ανησυχώ / Ανησυχία /ani.si.ˈxo/ Επίθετο
- English
- apprehensive
- Italiano
- preoccupato
Example
- Ήταν **αγωνιώδης** (αγωνιώδης/αγωνιών/φοβισμένη) για τη μετακόμιση σε μια νέα πόλη για τη δουλειά της.
- She was apprehensive about moving to a new city for her job.
- Εδώ τονίζεται η εσωτερική αγωνία, όχι απλώς ο φόβος.