Ανώτερος / Senior (ως δάνειο) /aˈnifəɾos/ Adjective
- English
- senior
- Italiano
- esperto/anziano (aziendale)
Example
- Είναι η [ανώτερη] στέλεχος στην εταιρεία.
- She is a senior executive at the company.
- Το 'ανώτερος' είναι το πιο ουδέτερο και επαγγελματικό.