Σκέψη /ˈskep.si/ Noun

English
reflection
Italiano
riflessione

Example

  • Κοίταξε την [αντανάκλαση] (εικόνα / καθρέφτισμα / ομοίωμα) της στο τζάμι του μαγαζιού.
  • She checked her reflection in the shop window.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η πιο φυσική λέξη για την οπτική εικόνα.