ΑΝΤΕΧΩ /anˈtexo/ Ρήμα
- English
- endure
- Italiano
- resistere
Example
- Έπρεπε να **αντέξουν** [αντέχω/υπομένω/τα βγάζω πέρα] μια μακρά αναμονή μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση.
- They had to endure a long wait before the case came to trial.
- Εδώ το «αντέχω» (αόριστος) τονίζει την ολοκλήρωση της πράξης της αναμονής.