αντίδραση /anˈdiðrasti/ Noun

English
reaction
Italiano
reazione

Example

  • Η **αντίδραση** (απογοήτευση / έκπληξη / θυμός) της στην ανακοίνωση ήταν αναμενόμενη.
  • Her reaction to the surprise party was priceless.
  • Εδώ η αντίδραση είναι συναισθηματική.