αντίγραφο /anˈti.dra.fo/ NounEnglishcopyItalianocopia / copy (prestito)ExampleΟι κλέφτες αντικατέστησαν τον αυθεντικό πίνακα με ένα [αντίγραφο].The thieves replaced the original painting with a copy.Εδώ τονίζεται η πλαστότητα.