ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ /antikatástasi/ Noun

English
replacement
Italiano
sostituzione

Example

  • Η **αντικατάσταση** των φθαρμένων ανταλλακτικών είναι απαραίτητη για την ασφάλεια.
  • The replacement of worn car parts is essential for safety.
  • Εδώ η 'αντικατάσταση' είναι η πράξη της αλλαγής.