αντιλαμβάνομαι /antilaˈvɛnɔ/ Ρήμα
- English
- perceive
- Italiano
- percepire
Example
- Αυτή η ανακάλυψη έγινε **αντιληπτή** (αόριστος) ως ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός.
- This discovery was perceived as a major breakthrough.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (αντιλήφθηκα) για την ολοκληρωμένη στιγμή της αντίληψης.