Αντιπαράθεση /antiparáˈθesi/ Noun
- English
- confrontation
- Italiano
- scontro
Example
- Ήθελε να αποφύγει άλλη μία **αντιπαράθεση** με τον πατέρα της.
- She wanted to avoid another confrontation with her father.
- Εδώ το 'αντιπαράθεση' είναι η πιο κομψή επιλογή για οικογενειακή ένταση.