ΕΚΠΡΟΣΩΠΩ /ekprosopó/ Verb

English
represent
Italiano
rappresentare

Example

  • Ο συνδικαλιστής θα **αντιπροσωπεύσει** (εκπροσωπήσει / παριστάνει) τους εργαζόμενους.
  • The union leader will represent the workers.
  • Το 'αντιπροσωπεύω' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό για νομικά/πολιτικά πλαίσια.