Αντίρρηση /antírrisi/ Noun

English
objection
Italiano
obiezione

Example

  • Θα ήθελα να έρθω κι εγώ, αν δεν έχεις καμία **αντίρρηση**.
  • I'd like to come too, if you have no objection.
  • Η 'αντίρρηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.