Αντίσταση /an.tiˈstasi/ Noun
- English
- resistance
- Italiano
- resistenza
Example
- Η πρόταση συνάντησε σθεναρή [αντίσταση] από την πλευρά της κοινότητας.
- The proposal met with stiff resistance from the community.
- Εδώ η αντίσταση είναι οργανωμένη και ισχυρή.