απαίσιος /apaˈsços/ Adjective

English
terrible
Italiano
orribile

Example

  • Το φαγητό στην καντίνα ήταν [άσχημος] (άσχημο/φρικτό/απαίσιο) — σαν να το έφτιαξε ο Χάος.
  • The food at the cafeteria was terrible.
  • Η χρήση του 'άσχημος' εδώ είναι καθημερινή και άμεση.