Διαδίδω / Απλώνω /ði̯aˈðiðo/ Verb

English
spread
Italiano
diffondere

Example

  • Η είδηση «εξαπλώθηκε» σαν πυρκαγιά και προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό.
  • The news had spread and was causing great excitement.
  • Το «εξαπλώθηκε» (perfective) δίνει έμφαση στην ταχύτητα της ολοκλήρωσης.