αποδυναμώνω /a.po.ði.naˈmo/ Ρήμα

English
weaken
Italiano
indebolire

Example

  • Η ομάδα έχει **αποδυναμωθεί** (αποδυναμώνω/αποδυναμώθηκα/αποδυναμωθεί) από τους τραυματισμούς.
  • The team has been weakened by injury.
  • Χρησιμοποιείται συχνά η παθητική φωνή για να τονιστεί η κατάσταση.